Δεν αξίζει να κλάψεις για κανέναν...
όσοι αξίζουν τα δάκρυά σου,
δεν θα σε κάνουν ποτέ να κλάψεις...
Αυτοί που μας πληγώνουν,
ποτέ δεν ήταν δικοί μας και όμοιοί μας...


"Ό,τι είμαστε είναι αποτέλεσμα του τι σκεφτόμαστε"

"Οι μεγάλοι άνθρωποι μιλούν για ιδέες. Οι μεσαίοι άνθρωποι μιλούν για γεγονότα. Οι μικροί άνθρωποι μιλούν για τους άλλους."

"Κανείς δεν είναι πιο υποδουλωμένος από εκείνους που εσφαλμένα πιστεύουν πως είναι ελεύθεροι"

Φιλοι μου ο σημερινός εχθρός μας είναι η παραπληροφόρηση των μεγάλων καναλιών. Αν είδατε κάτι που σας άγγιξε , κάτι που το θεωρείτε σωστό, ΜΟΙΡΆΣΤΕΙΤΕ ΤΟ ΤΩΡΑ με ανθρώπους που πιστεύευτε οτι θα το αξιολογήσουν και θα επωφεληθούν απο αυτό! Μην μένετε απαθείς. Πρώτα θα νικήσουμε την ύπνωση και μετά ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ τα υπόλοιπα.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΡΩΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΡΩΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Η Σημασία των ονομάτων των Ημίθεων!

ΗΡΑΚΛΗΣ, ΘΗΣΕΥΣ, ΙΑΣΩΝ, ΠΕΡΣΕΥΣ

Τέσσερις Κορυφαίοι Έλληνες Ήρωες.
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΤΟΥΣ...

Ηρακλής:
Το όνομα τού Ημίθεου Ηρακλή, γιού τού Δία και τής Αλκμήνης, προέρχεται από το κύριο όνομα «Ήρα» και το ουσιαστικό «κλέος» (δόξα), και σημαίνει «δόξα τής Ήρας».
Στην ίδια οικογένεια ανήκουν και τα ονόματα Ηρακλείδης (ο γιός, ο απόγονος τού Ηρακλή), Ηράκλειος (εκείνος που ανήκει στον Ηρακλή, που είναι τού Ηρακλή) και Ηράκλειτος (ο φημισμένος, ο ένδοξος όσο και η Ήρα).
Θησεύς:
Από τον μέλλοντα «θήσω» (θα θέσω) τού ρήματος «τίθημι» (θέτω) προέρχεται το όνομα Θησεύς, που σημαίνει «αυτός που θα θέσει, που θα ιδρύσει». Ο Ήρωας Θησεύς (Θησέας), γιός τού Αιγέα και τής Αίθρας, είναι ο θεμελιωτής τής πόλης των Αθηνών και εμπνευστής τής γιορτής των Παναθηναίων.
Ιάσων:
Από το ρήμα «ιάομαι, ιώμαι», που σημαίνει «γιατρεύω, θεραπεύω», και συγκεκριμένα από τον μέλλοντα «ιάσομαι» (θα γιατρεύσω, θα θεραπεύσω) προέρχεται το όνομα τού Ήρωα Ιάσονα, γιού τού Αίσονα και τής Πολυμήδης και αρχηγού τής Αργοναυτικής Εκστρατείας. Ιάσων (Ιάσονας), λοιπόν, σημαίνει «αυτός που θα γιατρεύσει, που θα θεραπεύσει».
Περσεύς:
Το όνομα προέρχεται από τον μέλλοντα «πέρσω» (θα εκπορθήσω) τού ρήματος «πέρθω» (εκπορθώ) και σημαίνει «αυτός που θα εκπορθήσει». Ο Ήρωας Περσεύς (Περσέας) είναι γιός τού Δία και τής Δανάης.
Παρατηρούμε ότι τα ονόματα Θησεύς, Ιάσων και Περσεύς προέρχονται από τον μέλλοντα χρόνο των ρημάτων που τα παράγουν, γεγονός που υποδεικνύει ότι η ονοματοθεσία των τριών Ηρώων, κατά την παιδική τους ηλικία, επείχε θέση προφητικής αποκάλυψης ή, έστω, σαφούς προτροπής σχετικά με το μέλλον τους.
ellinonpaligenesia2.blogspot.gr

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

Έπεσε ηρωικώς μαχόμενος υπέρ πίστεως και πατρίδος


 
(Αφιερωμένο στο Σάββα Αντωνιάδη)
Από μικρό παιδί στο χωριό σου, στη Γιόλοu της Πάφου, πάντα έτρεχες με λεβεντιά και χαμόγελο.
Έτσι σε θυμούνται οι μεγαλύτεροι συγχωριανοί σου, πρώτος να βοηθήσεις, όπου μπορούσες, όποιον σε χρειαζόταν. 
Ο καλύτερος φίλος, ο πιο πιστός, έτσι σε θυμούνται ακόμα οι φίλοι σου. 
Ο πιο αληθινός, έτσι σε θυμούνται ακόμα και οι εφηβικοί σου έρωτες. Η ψυχή της οικογένειας, το χαμόγελο όλων μας, έτσι σε θυμούνται ακόμα τα αδέρφια σου.

Έτσι σε μοιρολογούσε πριν φύγει στα 99 της χρόνια η μάνα σου, που ονειρευόταν τη μέρα που θα φύγει για να σε ξανακρατήσει στην αγκαλιά της, τόσο πολύ της έλειψες. 

Άντεξε μέχρι να μπορέσει να σε κηδέψει, να σε τιμήσει, και όταν αυτό έγινε, δεν είχε πια λόγο να ζει, δεν είχε πια λόγο να βλέπει τα ιδανικά και τη θυσία σου να παραβλέπονται μπροστά στο «καλό κλίμα των ημερών» και των «γενναίων προσφορών» της νέας ευέλικτης πολιτικής για «δίκαιη λύση» που προπάντων προστατεύει το «δίκιο» των εποίκων. 

Είναι εδώ τόσα χρόνια πια, μας λένε. Και το δικό σας δίκιο; Το δικαίωμά σας να ζήσετε ελεύθεροι, που σας στέρησαν οι τουρκικές σφαίρες; Ο πατέρας σου έφυγε, δεν άντεξε. 

Μόνη του παρηγοριά ότι ο Σάββας Αντωνιάδης, ο Σαββάκης ο γιος του, είναι με τους άλλους αθανάτους. 

Έτσι έζησες τη ζωή σου, με λεβεντιά και χαμόγελο. Με αρχές και οράματα σπάνια. Τελείωσες τις σπουδές σου στην Αθήνα, τελείωσες τη στρατιωτική σου θητεία και άρχισες να οραματίζεσαι το μέλλον. Μπορεί το νήμα της ζωής σου να κόπηκε στα 23 ακριβά σου χρόνια, αλλά η λεβεντιά και το χαμόγελό σου πέρασαν στην αιωνιότητα. 

Όταν άκουσες στα μέσα του Αύγουστου του 1974 για τη δεύτερη εισβολή, έτρεξες, φίλησες τη μάνα σου και ξεκίνησες, έτοιμος από καιρό. 

Άκουσες για τη γραμμή αντίστασης που έσπασε στον Άγιο Παύλο και ήξερες πού έπρεπε να πας. Μάταια ο αδελφός σου έλεγε, «Αδελφέ, πολεμήσαμε, αντισταθήκαμε, τα δώσαμε όλα, τώρα είναι όλα προδομένα» και ήταν όλα προδομένα. Είπες στη μικρή σου αδελφή, που έκλεγε, να είναι περήφανη γιατί κάποτε θα λένε ότι ο αδελφός της, ο Σάββας Αντωνιάδης, «έπεσε ηρωικώς μαχόμενος υπέρ πίστεως και πατρίδος». 
Το 'ξερες.

Οι ήρωες γράφουν το δικό τους πεπρωμένο, οι λιπόψυχοι είναι αυτοί που ακολουθούν ξενογραμμένα πεπρωμένα και υποκύπτουν.
Στις 17 του Αύγουστου το 1974, εκεί στον Άγιο Παύλο, με μια χούφτα γενναίους συμπολεμιστές σου, κρατήσατε τη γραμμή, δεν δειλιάσατε. Πολέμησες με τη Λεβεντιά σου και έφυγες με το Χαμόγελό σου γιατί οι Τούρκοι δεν πέρασαν. Δεν κουραστήκατε να πολεμάτε όπως οι σημερινοί «ηγέτες» μας διαλαλούν σήμερα. Τριάντα δυο χρόνια αγνοούμενος, μαύρο στις ψυχές όλων όσοι σε αγάπησαν.

Η μάνα, ο πατέρας, τα αδέρφια σου έτρεξαν, ρώτησαν, ο αδελφός σου με κίνδυνο της ζωής του έφτασε ακόμα και στην Τουρκιά, μάταια. Τα Χριστούγεννα του 2005 έφτασε η λύτρωση. Βρέθηκαν τα οστά σου, εκεί ακριβώς που πολέμησες, εκεί που το πεπρωμένο που μόνος έγραψες, σε οδήγησε στην αιωνιότητα.
Ευτυχώς που βρέθηκαν και σε πήραμε απ' εκεί, να μη δεις τον εξευτελισμό. Λίγα μέτρα από το σημείο που σκοτωθήκατε για να κρατήσετε, θα περνούν τώρα οι συγγενείς των κατακτητών. Για να πηγαίνουν στα Κόκκινα να επισκεφτούν τον κατοχικό στρατό και να πανηγυρίσουν μαζί, το στρατό που εσείς δώσατε τη ζωή σας για να κρατήσετε μακριά. 

Να μένουν τα καημένα μεχμετζίκ απομονωμένα, χωρίς να αγκαλιάζουν τις μανές τους; Και οι δίκες σας οι μάνες;
Στην κηδεία στο χωριό σου, το κλάμα βουβό. Η μάνα σου, τα αδέρφια σου, η οικογένειά σου, οι συγχωριανοί, οι φίλοι σου, οι εφηβικοί σου έρωτες, περήφανοι. 

Το καλοκαίρι του 2007, ένας άλλος αγονάτιστος, που είναι σήμερα εκεί μαζί σας, τέλεσε τα αποκαλυπτήρια της προτομής σου στο χωριό. Ο Τάσσος Παπαδόπουλος, με προσωπικές του οδηγίες μερίμνησε να μείνει άσβεστη η μνήμη σου, αφού φρόντισε για την προτομή σου στο χωριό. 

Εκεί ψηλά που είστε όλοι μαζί οι απροσκύνητοι, ευχαρίστησέ τον εκ μέρους μας για τη μεγαλοψυχία του, αλλά και την αξιοπρέπεια που μας έδωσε. 

Στο μνημόσυνό σου κάθε χρόνο έρχονται πολλοί με στεφάνια. Άλλοι με στεφάνια αγάπης, εκτίμησης, σεβασμού και αναγνώρισης και άλλοι με τα στεφάνια της υποχρέωσης και της υποκρισίας. 
Μιλούν για τα ιδανικά σου, τη θυσία και το όραμά σου για ελεύθερη πατρίδα. Κάποιοι σε λένε και ηρώα. Κάποιοι άλλοι, πιο ευέλικτοι, σιγομουρμουρίζουν ότι, «σημασία πια έχει το μέλλον και η ισότητα την δυο κοινοτήτων στον καινούριο συνεταιρισμό με τους εποίκους και την εκ περιτροπής προεδρία». 

Έννοιες μακρινές από τα δικά σας ιδανικά. Συχώρεσέ μας, θείε, που τους ανεχόμαστε, που ανεχόμαστε να εξευτελίζουν τα ιδανικά της πραγματικής ελευθερίας που εσύ οραματίστηκες και έδωσες τη ζωή σου. Συχώρεσέ μας που τους παρακολουθούμε σχεδόν βουβοί, συνένοχοι. 

Αγνόησέ τους, ασήμαντος ο λόγος τους και η αναφορά τους στην ιστορία. Ασήμαντοι μπροστά στη θυσία και τον ηρωισμό σου. Σ' ευχαριστούμε, θείε, που η Λεβεντιά και το Χαμόγελό σου είναι η συντρόφια και ο φάρος μας.

Σ' ευχαριστούμε που έχουμε το προνόμιο να κυλά στις φλέβες μας το ίδιο αίμα με τον ήρωα Σάββα Αντωνιάδη, που έζησε και αγωνίστηκε με Λεβεντιά και Χαμόγελο και «Έπεσε Ηρωικώς Μαχόμενος Υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», όπως ο ίδιος οραματίστηκε. 

ΑΘΩΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ
Αδελφότεκνος του ήρωα



Αυξ. Αριθμός / Seq. Number 72 Αντωνιάδης Σάββας
Όνομα / Name Αντωνιάδης Σάββας
Πατρώνυμο / Fathers Name Χρύσανθος
Καταγωγή / Citizenship ΚΥΠΡΟΣ
Φύλο / Sex ΑΡΡΕΝ
Τόπος γέννησης / Place of birth Γιόλου
Ημερ. Γέννησης / Date of Birth 26/08/1951 / ( 59 ετών σήμερα)
Ημερ. Εξαφάνισης / Μissing as from 17/08/1974 / ( 23 ετών τότε)
Τόπος Εξαφάνισης / Place last seen Άγιος Παύλος Λευκωσίας
Στρατ. Μονάδα / Military Base 187 Μ.Π.Π.
Στρατ. Βαθμίδα / Military Status ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ
Κατάσταση / Status ΑΓΝΟΕΙΤΑΙ -
Αρθρογραφία Εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ»

Απο  

http://ellinilatris.blogspot.com/2010/08/blog-post_9503.html

Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010

ΤΑΦΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ








Σας αρέσουν οι ιστορίες με ήρωες που αγωνίζονται ενάντια στο άδικο, ή που δίνουν την ζωή τους για την ελευθερία των πολλών; Ναι, σας μιλάω για ιστορίες και ανθρώπους που έχουν χαθεί στο μακρινό παρελθόν και αναφέρομαι την εποχή που η λέξη ήρωας , ήταν ίσως τίτλος τιμής. Βλέπετε σήμερα, οι ήρωες κατασκευάζονται μέσω του μάρκετινγκ και η πραγματική μορφή των ηρώων, χάνεται στα άγνωστα βάθη του σημερινού κόσμου. Όμως ακόμα και εκείνες οι ηρωικές μορφές του παρελθόντος στην βιαστική εποχή του σήμερα, τείνουν να ισοπεδωθούν και να θαφτούν γοργά κάτω από τις μαρμάρινες πλάκες του τάφου, που σήμερα αποκαλούμε με την λέξη ‘ιδεολογία’. Ωστόσο, εγώ και οι σύντροφοι μου που έχουμε μάθει, ή να προσπερνούμε σφυρίζοντας μπροστά στο στόμα της Σκύλας και της Χάρυβδης, ή να ακούμε το θρόισμα εκείνων των ξεχασμένων εποχών, λατρεύαμε πάντα τις ηρωικές μορφές. Έτσι, αναζητήσαμε μέσα στον τσιμεντένιο ιστό της πόλης, έναν από τους σχεδόν ξεχασμένους λίθους της Ελληνικής ιστορίας. Ο λόγος γίνεται για το σημείο που έχει ταφεί ο μεγάλος επαναστάτης και γέρος του Μοριά, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ελάχιστοι είναι εκείνοι σήμερα, που γνωρίζουν ότι υπάρχει ο τάφος του μεγάλου αυτού αγωνιστή, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Δίπλα από τον τάφο του, υπάρχουν ακόμα μερικά μνήματα της οικογένειας του γέροντα της Επανάστασης, όπου ανήκουν στο γένος του. Πάνω από τον τάφο του Ήρωα, υπάρχει η μαρμάρινη μορφή του, που στέκει καθιστή και κοιτά αγέρωχα. Ενώ από κάτω της, υπάρχει η σκαλιστή αναφορά που λέει: ‘Σιγά διαβάτη, εδώ κοιμάται ο γέρος του Μοριά, τον ύπνο του μην τον ταράξεις’. Πραγματικά δεν ξέρω αν για εσάς ο χώρος είναι Ιερός, όμως όταν βρεθήκαμε εμπρός του, ένα αίσθημα δέους πλημμύρισε την ψυχή μας και σκεφτήκαμε πως εδώ αναπαύεται ένας από όλους εκείνους που του χρωστούμε, τόσο την ύπαρξη του Έθνους μας όσο και της ίδιας μας της ελευθερίας.
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΓΡΗΓΟΡΗ ΤΣΟΥΚΑΛΑ.



Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

27 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1941 ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ-Κωνσταντίνος Κουκίδης










Στις 27 Απριλίου, στην Ακρόπολη των Αθηνών, ο Γερμανός Αξιωματικός δίνει εντολή στον εύζωνα Κωνσταντίνο Κουκίδη, φρουρό της Σημαίας μας, να την αφαιρέσει για να αναρτήσει τον αγκυλωτό σταυρό. Εκείνος την υποστέλλει κλαίγοντας και ψάλλοντας τον Εθνικό Ύμνο, τυλίγεται με αυτήν και αυτοκτονεί πέφτοντας από τον Ιερό Βράχο.Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Αθήνας μεταδίδει την είδηση τονίζοντας ότι σε λίγα λεπτά ο σταθμός δεν θα είναι πια Ελληνικός.
Επιχειρώντας να δώσει κουράγιο στους θλιμμένους Αθηναίους, ο εκφωνητής του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος μετέδιδε με τη χαρακτηριστική ένρινη φωνή του τις τελευταίες ελεύθερες φράσεις που μπορούσαν να ακουσθούν:

Εδώ ελεύθεραι ακόμα Αθήναι…

Έλληνες! Οι Γερμανοί εισβολείς ευρίσκονται εις τα πρόθυρα των Αθηνών.
Αδέλφια! Κρατήστε καλά μέσα στην ψυχή σας το πνεύμα του μετώπου.

Ο εισβολεύς εισέρχεται με όλας τας προφυλάξεις εις την έρημον πόλιν με τα κατάκλειστα σπίτια.


ΑΚΟΥΣΤΕ ΚΑΙ ΤΟ ΗΧΗΤΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ





LINK

Σάββατο 21 Μαρτίου 2009

Ο Θ. Κολοκοτρώνης ο Γέρος του Μοριά





Ο Θ. Κολοκοτρώνης είναι η σημαντικότερη στρατιωτική και πολιτική φυσιογνωμία της Επανάστασης του 1821. Για την ευφυΐα, την τόλμη, τη σύνεσή του, αλλά και για τη βαρύτητα του λόγου του, που από νέο τον χαρακτήριζαν, επονομάσθηκε "Γέρος του Μοριά". Γεννήθηκε στο Ραμαβούνι της Μεσσηνίας στις 3 Απριλίου 1770, ενώ η καταγωγή του ήταν από το χωριό Λιμποβίσι της Αρκαδίας. Η οικογένειά του - με γενάρχη τον Τσεργίνη - ανέδειξε πολλούς γενναίους κλεφταρματολούς-αγωνιστές και κατέβαλε βαρύ τίμημα στον απελευθερωτικό αγώνα κατά των Τούρκων. Μέχρι την έκρηξη της Επανάστασης περίπου εβδομήντα Κολοκοτρωναίοι είχαν βρει το θάνατο στον αγώνα κατά των Τούρκων.

Ο πατέρας του Κωνσταντής ήταν μεγάλος κλεφταρματωλός της Μάνης και του Ταϋγέτου. Η μητέρα του καταγόταν από το σόι των Κοστακαίων της Αλωνίσταινας. Tο 1770 είχε συμμετάσχει στην εξέγερση του Μοριά κατά τα Ορλωφικά. Αμέσως μετά, το 1771, ο Κωσταντής ήλθε σε σφοδρή σύγκρουση με τους Τούρκους που είχαν στο μεταξύ εξαπολύσει ανηλεή διωγμό κατά των κλεφταρματολών. Το 1779, μαζί με τα αδέλφια του Αποστόλη, Γιώργο και Αναγνώστη, συμμετείχε στην εξόντωση των Αλβανών που μάστιζαν την Πελοπόννησο. Το 1780 όμως οι Τούρκοι ξεκίνησαν νέο διωγμό κατά των αρματολών. Ισχυρό στράτευμα υπό τον Καπουδάν πασά Χασάν Τζελαϊδή που ήταν Βεζύρης, Βαλεσής και Σερασκέρης της Ρούμελης, αποβιβάστηκε στο Γύθειο και κατευθύνθηκε κατά της Καστάνιτσας που ήταν ορμητήριο του Κωνσταντή. Ο Κωνσταντής μαζί με τον κλεφταρματολό Παναγιώταρο Βενετσανάκη και τις οικογένειές τους είχαν στο μεταξύ ταμπουρωθεί με 150 παλικάρια στους δύο πύργους τους. Εκεί πρόβαλαν ηρωϊκή αντίσταση για 12 μέρες. Στο τέλος οι πολιορκούμενοι επεχείρησαν απεγνωσμένη έξοδο κατά την οποία σκοτώθηκε ο Κωνσταντής και δυο αδέλφια του. Ο αδελφός του Αναγνώστης και η γυναίκα του μαζί με το μικρό Θεοδωράκη και μια αδελφή του κατάφεραν να διαφύγουν. Μετά το θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του πήρε τα παιδιά της και κατέφυγε στο πατρογονικό της στην Αλωνίσταινα. Την ένδοξη εκείνη μάχη θα διηγηθεί αργότερα ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του.

Σε ηλικία 15 χρονών ο Θοδωράκης μαζί με τη μητέρα του εγκαταστάθηκαν στο Άκοβο όπου ζούσε ο θείος του Αναγνώστης. Λίγο μετά και σε ηλικία 15 ετών διορίσθηκε, κάπος στην επαρχία Λεονταρίου. Το 1790 και σε ηλικία 20 χρονών παντρεύτηκε τη μικρότερη κόρη του προεστού του Ακόβου Καρούτσου και έζησε άλλα επτά χρόνια στον Άκοβο, όπου εγκατέστησε το σπιτικό του. Στο μεταξύ εντάχτηκε στα σώματα των κλεφτών της Πελοποννήσου και ειδικότερα στο σώμα του Ζαχαριά, όπου γρήγορα διακρίθηκε και έγινε πρωτοπαλίκαρο. Στη συνέχεια συγκρότησε δικό του σώμα και ανέπτυξε πλούσια δράση.

Μετά τους μεγάλους διωγμούς που εξαπέλυσαν οι Τούρκοι κατά της κλεφτουριάς κατέφυγε το 1810 στη Ζάκυνθο, όπου έμεινε με την οικογένειά του 15 χρόνια και υπηρέτησε στον αγγλικό στρατό σαν ταγματάρχης σε Σύνταγμα Ελλήνων εθελοντών. Η θητεία του αυτή του δίδαξε πολλά για την στρατιωτική τέχνη, τα οποία και εφάρμοσε αργότερα στον πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Μετά τη διάλυση του Συντάγματος ασχολήθηκε με το εμπόριο. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από το φιλικό Πάγκαλο. Ως απεσταλμένος της στη Μάνη σήκωσε μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στις 23 Μαρτίου 1821 τη σημαία της Επανάστασης στην Καλαμάτα και επικεφαλής πολλών άλλων αγωνιστών, την απελευθέρωσε.

Ο Θ. Κολοκοτρώνης πρωταγωνίστησε σε πολλές στρατιωτικές επιχειρήσεις του Αγώνα και σε πολλές κρίσιμες καμπές του αγώνα. Χαρακτηριστικά, η νίκη στο Βαλτέτσι το Μάιο 1821 ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη και έσφιξε τον κλοιό της πολιορκίας της Τρίπολης. Η άλωση της Τριπολιτσάς (Σεπτέμβριος 1821), ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία του απελευθερωτικού αγώνα και παγίωσε τη θέση των επαναστατών. Η καταστροφή της στρατιάς των 30.000 ανδρών του Δράμαλη πασά στα Δερβενάκια (Ιούλιος 1822), όπου ο Κολοκοτρώνης κινητοποίησε ακόμα και τους χωρικούς μετατρέποντάς τους σε τρομερούς αγωνιστές, εδραίωσε την επανάσταση στο Μοριά. Στις επιχειρήσεις αυτές πρυτάνευσαν η ευφυΐα, η διορατικότητα και η τόλμη του στρατηγικού του μυαλού. Οι επιτυχίες αυτές έμελλαν να τον αναδείξουν στη συνέχεια σε αρχιστράτηγο της Πελοποννήσου. Παράλληλα ο Κολοκοτρώνης άρχισε να συμμετέχει ενεργά και στην πολιτική, αφού εκλέχτηκε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και έγινε αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού, με πρόεδρο τον Μαυροκορδάτο.

Στη δύσκολη περίοδο του Εμφύλιου πολέμου ο Κολοκοτρώνης πολλές φορές προσπάθησε να αμβλύνει τις αντιθέσεις ανάμεσα στους αντιπάλους, μακριά από προσωπικές φιλοδοξίες και έχοντας πάντα σαν κεντρική του επιδίωξη την ομόνοια και ενότητα μεταξύ των Ελλήνων. Παρ' όλα αυτά όμως έγινε στόχος μεθοδεύσεων και ραδιουργιών από την πλευρά μερικών κοτζαμπάσηδων και πολιτικών και τελικά δεν απέφυγε τις διώξεις και τη φυλάκιση. ΄Έσι, κατά την Β΄ Εθνοσυνέλευση το Μάρτιο-Απρίλιο του 1823 στο Άστρος, όπου και εκδηλώθηκαν οι πρώτες αντιθέσεις ανάμεσα στους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς, αποφασίστηκε μεταξύ άλλων η κατάργηση της Πελοποννησιακής Γερουσίας, ψυχή της οποίας ήταν ο Κολοκοτρώνης, αλλά και του βαθμού του αρχιστρατήγου τον οποίο έφερε ο ίδιος. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε μείωση του φυσικού αρχηγού των στρατιωτικών σωμάτων και σηματοδότησε τη ρήξη ανάμεσα στο Μαυροκορδάτο, πρόεδρο του Εκτελεστικού, και τον Κολοκοτρώνη, ο οποίος παραιτήθηκε από αντιπρόεδρος. Στις 16 Νοεμβρίου του 1823 οπαδοί του διέλυσαν το Βουλευτικό.

Στη συνέχεια πολλά μέλη του που ήταν αντίθετοι στον Κολοκοτρώνη κατέφυγαν στο Κρανίδι, όπου όρισαν νέα κυβέρνηση υπό τον Υδραίο Γεώργιο Κουντουριώτη. Έτσι, στις αρχές του 1824 υπήρχαν δύο κυβερνήσεις, μία στην Τριπολιτσά υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και η άλλη υπό τον Γ. Κουντουριώτη στο Κρανίδι. Το Μάρτιο του 1824 οι κυβερνητικοί στράφηκαν εναντίον των στρατιωτικών, κατέλαβαν την Ακροκόρινθο και την Τριπολιτσά και άρχισαν να πολιορκούν το Ναύπλιο το οποίο υπεράσπιζε ο Πάνος, γιος του Κολοκοτρώνη. Ο Κολοκοτρώνης αντιλαμβανόμενος ότι οι εξελίξεις απέβαιναν σε βάρος του ήλθε σε συνδιαλλαγή με τον Κουντουριώτη και παρέδωσε το Ναύπλιο με αντάλλαγμα τη χορήγηση αμνηστίας. Έτσι τελείωσε η πρώτη φάση του εμφυλίου πολέμου.

Η εμφύλια διαμάχη έμελλε όμως να συνεχισθεί, καθώς και οι δύο παρατάξεις (υπό τον Κουντουριώτη, από το ένα μέρος, και τον Ανδρέα Λόντο και τον Ανδρέα Ζαΐμη από το άλλο) επεδίωκαν να εξασφαλίσουν ηγετικό ρόλο στις στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις. Η μία πλευρά υπό τον Κολοκοτρώνη, τον Λόντο και το Ζαΐμη (που ήταν αρχικά αντίπαλοι του Γέρου) είχε την υποστήριξη πολλών Πελοποννήσιων στρατιωτικών και πολιτικών, ενώ με τον Κουντουριώτη συντάχθηκαν οι Ρουμελιώτες, Υδραίοι και Σπετσιώτες οπλαρχηγοί. Η άρνηση ορισμένων περιοχών της Πελοποννήσου να πληρώσουν στην κυβέρνηση φόρο αποτέλεσε την αφορμή για την έκρηξη της δεύτερης φάσης του εμφυλίου κατά την οποία σημειώθηκαν σφοδρές συγκρούσεις σε πολλές περιοχές της Πελοποννήσου. Η άνανδρη δολοφονία του γιου του Πάνου, κλόνισε σοβαρά τον Κολοκοτρώνη, που αποφάσισε να παραδοδεί στις αρχές του Δεκεμβρίου του1824. Στις 6 Φεβρουαρίου του 1825 φυλακίστηκε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία της Ύδρας μαζί με τους Δεληγιανναίους και τον Νοταρά.

Με τη δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου στην Ακρόπολη των Αθηνών από ανθρώπους του Γκούρα τερματίζεται η εμφύλια διαμάχη, αλλά η επανάσταση βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο από την επέλαση του Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόννησο. Μετά την ηρωική θυσία του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι, και ενώ δρόμος για την Τριπολιτσά ήταν πλέον ανοιχτός για τους εισβολείς, ο Κολοκοτρώνης πήρε αμνηστία από την Κυβέρνηση. Όμως η πρωτεύουσα του Μοριά έπεσε στα χέρια του Ιμπραήμ στις 11 Ιουνίου του 1825, παρά τις προσπάθειες του Γέρου και των άλλων οπλαρχηγών να τον συγκρατήσουν. Στην κρίσιμη αυτή καμπή της επανάστασης ο Γέρος του Μοριά προσπάθησε να ανασυγκροτήσει τον αγώνα, παρενοχλώντας τον εχθρό, στρατολογώντας αγωνιστές και φροντίζοντας για την επιμελητεία.

Επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο μετά την επιδρομή του στην Στερεά Ελλάδα, ο Ιμπραήμ προσπάθησε να εξαφανίσει τις επαναστατικές εστίες που απέμεναν στο Μοριά. Ο Κολοκοτρώνης τότε εφάρμοσε τακτική ανταρτοπόλεμου, προξένησε μεγάλες απώλειες στο στρατό Ιμπραήμ φέρνοντάς τον σε δύσκολη θέση. Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1827, όταν ο Αιγύπτιος πασάς άρχισε να πυρπολεί τα χωριά και τους αγρούς αναγκάζοντας τους κατοίκους να δηλώσουν υποταγή μπροστά στον κίνδυνο του λιμού (να "προσκυνήσουν"), ο Γέρος του Μοριά εξαπέλυσε τα παλικάρια του στα χωριά που δήλωσαν υποταγή και πότε με το καλό πότε με τη βία κατάφερε να κρατήσει τη φλόγα της επανάστασης. Τα λόγια του ήχησαν τότε χαρακτηριστικά: “Φωτιά στα σπίτια και τσεκούρι στην περιουσία και το λαιμό εκείνων που κάνουν τα χατίρια των Τούρκων. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους !”. Και στα απομνημονεύματά του μάλιστα σημειώνει χαρακτηριστικά : "Μόνον εις τον καιρόν του προσκυνήματος εφοβήθηκα διά την πατρίδα μου".

Παρά τα ρωσόφιλά του αισθήματά ο Κολοκοτρώνης πάντα πίστευε πως οι Έλληνες έχουν χρέος να πολεμήσουν μόνοι τους για την Ανεξαρτησία τους χωρίς τη βοήθεια των ξένων. Αντιμετώπιζε με δυσπιστία την ανάμειξή των ξένων στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδος, θεωρώντας πως γινόταν πρώτιστα για την εξυπηρέτηση τα ιδικών τους συμφερόντων. Από την άλλη πλευρά, εμφορούμενος από μεγάλη μεγαλοψυχία, συγχώρησε τους εχθρούς του, ακόμα και εκείνους που ευθύνονταν για το θάνατο συγγενών του και του γιου του.

Με την έλευση του Καποδίστρια ο Κολοκοτρώνης τάχθηκε ένθερμα υπέρ της πολιτικής του αν και διαφωνούσε με τον αυταρχικό τρόπο της εφαρμογής της. Επίσης πρωτοστάτησε στα γεγονότα για την εκλογή του Όθωνα. Με την έλευση όμως του τελευταίου (30-1-1832) έγινε στόχος συκοφαντιών και ραδιουργιών εκ μέρους των πολιτικών του αντιπάλων με προεξάρχοντα τον Ι. Κωλέττη και αντιμετωπίστηκε με ψυχρότητα από τους Βαυαρούς που δεν μπορούσαν να του συγχωρήσουν τη φιλοκαποδιστριακή του τοποθέτηση. Η σκευωρία που εξυφάνθη εναντίον του κατέληξε τελικά στο να κατηγορηθεί για εσχάτη προδοσία και να συλληφθεί στις 6 Σεπτεμβρίου 1833 μαζί με τον Πλαπούτα, το γιο του Γενναίο, τον Τζαβέλα, τον Νικηταρά και άλλους στρατιωτικούς με την κατηγορία ότι ετοίμαζαν συνομωσία εναντίον του ανήλικου βασιλιά Όθωνα και της κυβέρνησης. Παρά τη γενναία στάση των δύο δικαστών Α. Πολυζωϊδη και Γ. Τερτσέτη, καταδικάσθηκε μαζί με τον Πλαπούτα σε θάνατο και φυλακίσθηκε στο Παλαμήδι σε ηλικία 63 ετών. Λίγο αργότερα η ποινή του μετατράπηκε σε 20ετή κάθειρξη. Τον Μάιο του 1835 μετά την ενηλικίωση του Όθωνα έλαβε χάρη και αποφυλακίσθηκε, εξουθενωμένος από τις άθλιες συνθήκες της φυλακής και τις ταπεινώσεις και σχεδόν τυφλός.

Τα μετέπειτα χρόνια ο Γέρος του Μοριά έζησε στην Αθήνα, τη νέα πρωτεύουσα της Ελλάδας, όπου ευτύχησε να γνωρίσει τη γενική αναγνώριση για την προσφορά του στον αγώνα. Έλαβε το βαθμό του στρατηγού, διορίσθηκε σύμβουλος Επικρατείας, τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος, ορίσθηκε μέλος της επιτροπής για την ανέγερση του Πανεπιστημίου Αθηνών και στάθηκε πιστός σύμβουλος του Όθωνα. Φύσει ανιδιοτελής όμως, ποτέ δεν επεδίωξε προσωπικά οφέλη και ανταλλάγματα.

Κατά την περίοδο αυτή γράφτηκαν τα απομνημονεύματά του από το Γεώργιο Τερτσέτη καθ' υπαγόρευση του ίδιου του Κολοκοτρώνη με τον τίτλο "Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836". Τα απομνημονεύματα αυτά εκδόθηκαν το 1846 και αποτελούν πολύτιμη μαρτυρία και ιστορική πηγή για τον επαναστατικό αγώνα.

Πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου 1843 από εγκεφαλική συμφόρηση, αμέσως μετά το γάμο του μικρότερου γιου του Κολίνου και ετάφη στο Α Νεκροταφείο Αθηνών. Φτωχός από υλικά αγαθά, αλλά πλούσιος από την αγάπη του απλού λαού και ευτυχής που πρόλαβε να δει την αγαπημένη του πατρίδα ελεύθερη. Μιας πατρίδας για την οποία αγωνίσθηκε σκληρά. Με αυταπάρνηση, μεγαλοψυχία, ήθος, όραμα και πίστη.

Στις 10 Οκτ. 1930 τα οστά του διακομίσθηκαν στο Μνημείο των Προκρίτων, δίπλα στην πλατεία Άρεως της Τρίπολης, για να τοποθετηθούν αργότερα, στις 25 Σεπτεμβρίου 1993, σε ειδική κρύπτη στη βάση του ανδριάντα του, που τον αναπαριστά πάνω στο άλογό του και που αναγέρθηκε στο κάτω μέρος της πλατείας.

Σήμερα εκεί, στην πολυσύχναστη και ζωντανή αυτή πλατεία, οι διαβάτες και οι περιπατητές αμέριμνα προσπερνούν δίπλα από το μνημείο. Και γύρω του και κάτω του, μικρά παιδιά παίζουν ανέμελα τις Κυριακές. Αλλά υπάρχουν στιγμές, που από τα περήφανα βουνά του Μαινάλου που φαίνονται αντίκρυ, μια αύρα ανάλαφρη φυσσά. Μαζί μ' ένα τραγούδι:

“Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά, κι ο ήλιος στα λαγκάδια,
έτσι λάμπει κι η Κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι…


Κυριακή 15 Μαρτίου 2009

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ

Ο Οδυσσέας γεννήθηκε το 1788 στις Λιβανάτες. ΄Ηταν γιος του αρματωλού διάσημου κλέφτη Ανδρέα Ανδρούτσου. Στα τέσσερά του χρόνια έμεινε ορφανός από πατέρα. Η μητέρα του αναγκάστηκε να παντρευτεί για δεύτερη φορά. Από το γάμο της αυτό, απόκτησε άλλους τέσσερις γιους και μία κόρη. Τη γυναίκα του την έλεγαν Ελένη.

Ο Οδυσσέας ήταν ένας από τους πιο ένδοξους αρχηγούς του '21. Φυσιογνωμία πολυσύνθετη και ισχυρή. Γενναίος με ασυναγώνιστο στρατιωτικό πνεύμα και μοναδική διοικητική ικανότητα. Πολυμήχανος, σαν τον συνονόματό του ομηρικό βασιλιά, είχε μια ευφυία που τη θαύμαζαν όσοι ξένοι τον γνώριζαν. Παράλληλα όμως, ήταν αυταρχικός και φιλοχρήματος.

ΠΟΝΗΡΙΕΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ

Σε κάποια μάχη στο Δαδί, το Νοέμβρη του 1822, οι ΄Ελληνες αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν. Αρχηγός τους ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, που κινδύνεψε κι αυτός να τον αιχμαλωτίσουν. Κυκλωμένος καθώς ήταν από τους Αρβανίτες, δεν έχασε τη ψυχραιμία του, μα έκανε τον αδιάφορο:

- Ποιός είσαι ωρέ; τον ρώτησαν οι Αρβανίτες.
Εκείνος τους απάντησε που ήξερε τη γλώσσα τους:
- Σιόκ (δικός σας).

Τον πίστεψαν. Τούτο όμως δεν έφτανε στον πονηρό Οδυσσέα. Τώρα έπρεπε να βρει τρόπο για να τους ξεφύγει. Είπε λοιπόν στους Αρβανίτες να προχωρήσουν προς το λόγγο, που ήταν τάχα κρυμμέναγυναικόπαιδα. ΄Ετσι μπήκε μπροστά για να τους δείξει το δρόμο. Οι Αρβανίτες τον ακολούθησαν. Τους τράβηξε έτσι μέσα στις ανηφοριές του Παρνασσού. Φτεροπόδαρος όπως ήταν ο αρχηγός της Ρούμελης, πήγαινε πολύ πιο μπροστά από τους άλλους. Οι Αρβανίτες που τον βλέπανε να τρέχει έτσι άφοβα, του φώναζαν:
- Στάσου ορέ, μην τρέχεις μοναχός σου μπροστά να μην σε σκοτώσουν οι Ρωμιοί...
Μα που να σταθεί ο Οδυσσέας. Σε λίγο τον χάσανε απ' τα μάτια τους. Κατάφερε να χαθεί μέσα στον πυκνό λόγγο κι έτσι να ξεφύγει από τους Αρβανίτες.

ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ Αθήνα 450 – 404 π.Χ.


Ο Αλκιβιάδης, πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της Αθήνας του 5ου π.Χ. αιώνα, γεννήθηκε το 452 και πέθανε το 404 π.Χ. Κατά τη δεύτερη και την Τρίτη δεκαετία του Πελοποννησιακού πολέμου αναδείχθηκε στη σημαντικότερη προσωπικότητα της πόλης του. Ήταν γόνος της υψηλότερης αθηναϊκής αριστοκρατίας. Από τον πατέρα του Κλεινία, που ανδραγάθησε το 480 π.Χ. στη ναυμαχία του Αρτεμισίου και βρήκε ένδοξο θάνατο το 446 π.Χ. στη μάχη της Κορώνειας εναντίον των Βοιωτών, η γενιά του έφτανε στους Αιακίδες, αφού, κατά την παράδοση, ήταν απόγονος του γιού του Αίαντα Ευρυσάκη.

Η φύση προίκισε τον νεαρό Αλκιβιάδη με έξοχα προσόντα: ομορφιά και πνευματική δεξιότητα συμμάχησαν με την ευγένεια της καταγωγής. Την ομορφιά του, στην οποία ενσαρκωνόταν η ιδεώδης ομορφιά του Αθηναίου εφήβου και στην οποία συνταιριάζονταν αισθητική τελειότητα, κομψότητα και χάρη, ύμνησαν πολλοί από τους συγγραφείς της αρχαιότητας.. Ο Αλκιβιάδης είχε όχι μόνο συνείδηση της γοητείας του, αλλά και το πάθος να τη διατηρήσει ανάλλαγη και άφθαρτη στο χρόνο. Το μειονέκτημα που του έδωσε η φύση, κάποιο τραυλισμό στην ομιλία, κατόρθωσε να μεταβάλλει σε αρετή του λόγου, έτσι που πολλοί από τους αριστοκρατικούς και κομψούς νέους της εποχής να το μιμούνται.

Την πνευματική του δεξιότητα χαρακτήριζαν η ζωηρότητα και η ευστροφία ενός νου, που μπορούσε να θέλγει ακόμη και τον Σωκράτη. Στη Σπάρτη διακρίθηκε στη λιτή δίαιτα και τη γυμναστική. Τους Βοιωτούς άφησε έκπληκτους η ικανότητά του στις σωματικές ασκήσεις. Στην Ιωνία ξεπέρασε όλους σε φιληδονία και ακολασία, στη Θράκη στο μεθύσι και στη Μικρά Ασία τον Τισσαφέρνη σε πολυτέλεια και μεγαλοπρέπεια.

Ορφανός σε ηλικία πέντε ετών, ο Αλκιβιάδης ανατράφηκε με επιτρόπους του γιούς του Ξανθίππου, πρώτους εξαδέλφους της μητέρας του, τον Αρίφρονα και τον επιφανέστερο πολιτικό της Αθήνας, τον Περικλή. Ως τροφός του αναφέρεται η Λάκαινα Αμύκλα, ως παιδαγωγός του ο Ζώπυρος, που δεν είχε τη δύναμη να χαλιναγωγεί τον δύστροπο χαρακτήρα του. Ο Περικλής, αν και τον πήρε σπίτι του, λόγω των πολλών ασχολιών του με τις υποθέσεις της αθηναϊκής δημοκρατίας, δεν είχε τη δύναμη να χαλιναγωγεί το δύστροπο χαρακτήρα του, να του εμφυσήσει την αντίληψη ότι ελευθερία και καθήκον συμπορεύονται και ότι ερείσματα αναγκαία της πολιτικής είναι η σύνεση και η ηθική.

Οι σοφιστές και ο Σωκράτης έπαιξαν αναμφίβολα πολύ σημαντικό ρόλο στην αγωγή του. Ο Πρόδικος του δίδαξε τη γοητεία του μύθου και του λόγου, ο Πρωταγόρας τη διαλεκτική και τον αγνωστικισμό. Κανείς, ωστόσο, δεν μπόρεσε να τον συναρπάσει όσο ο Σωκράτης, ο μόνος δάσκαλος ζωής που γνώρισε και ο μόνος στον οποίο μπορούσε να πειθαρχεί η αντινομική φύση του. Ο δεσμός ανάμεσα σε δάσκαλο και μαθητή συχνά άγγιξε τα όρια της αυτοθυσίας. Στην εκστρατεία στην Ποτίδαια (432 π.Χ.) ο Σωκράτης όχι μόνο έσωσε τον νεαρό και τραυματισμένο Αλκιβιάδη από βέβαιο θάνατο αλλά και έπεισε τους στρατηγούς να στεφανώσουν εκείνον για ανδραγαθία. Στη μάχη στο Δήλιο (424 π.Χ.) ο Αλκιβιάδης ανταπέδωσε την οφειλή του: αν και έφιππος δεν τράπηκε σε φυγή μαζί με τους άλλους Αθηναίους ιππείς, αλλά αγωνίστηκε μέχρι να διασώσει τον Σωκράτη που μαχόταν πεζός.

Οι νέοι της Αθήνας μιμούνταν το ντύσιμο και τους εκκεντρισμούς του. Τέλος, ο δήμος τον αποθέωσε όταν στην Ολυμπία με τα επτά άρματά του κέρδισε τρείς συνεχείς νίκες. Αξίζει να σημειωθεί ότι για τη νίκη του αυτή τον τίμησαν και άλλοι Έλληνες: οι Εφέσιοι που διακόσμησαν με κάθε πολυτέλεια τη σκηνή του, οι αντιπρόσωποι της Χίου που προσέφεραν πλήθος σφάγια στους εορταστές και οι Λέσβιοι που κέρασαν όλους με το μυροβόλο κρασί τους.

Το τέλος του μεγάλου ηγέτη της Αθήνας ήταν οικτρό. Ενώ κοιμόταν, οι απεσταλμένοι του Φαρνάβαζου, ο ανιψιός του Μαζαίος και ο θείος του Σουσαμίθρης, έβαλαν φωτιά γύρω από την οικία του και όταν αυτός, πάντα θαρραλέος, βγήκε από αυτό με την εταίρα του Τιμάνδρα και κάποιον Αρκάδα τον σκότωσαν με βέλη. Το κεφάλι του το μετέφεραν στον σατράπη, ενώ το κορμί του τάφηκε από την πιστή του Τιμάνδρα.

Κατ’ άλλη εκδοχή, την οικία στην οποία κατοικούσε ο Αλκιβιάδης πολιόρκησαν νύχτα δύο ευγενείς Πέρσες που την αδελφή τους είχε διαφθείρει, και τον σκότωσαν για να ξεπλύνουν την οικογενειακή ντροπή. Έτσι τελείωσε η ζωή Του Αλκιβιάδη στα 45 μόλις χρόνια του.

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ: ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ


Το Χάνι της Γραβιάς
(8 Μαϊου 1821)


"Για χάν' μ' είχαν χτίσει
μα ο γιος τ' Αντρούτσου
μ' έκανε της δόξας ρημοκκλήσι"


ΜΕΤΑ την άτυχη έκβαση της μάχης στην Αλαμάνα, στις 23 Απριλίου 1821, οι Έλληνες υποχώρησαν μπροστά στον τεράστιο όγκο των Τουρκαλβανών και "φοβισμένοι σκόρπισαν στους λόγκους" όπως λέει ο ποιητής.
Οι επαναστάτες με την απώλεια και τη μαρτυρική θυσία του αρχηγού τους, Θανάση Διάκου, βρίσκονταν σε δύσκολη θέση.
Ο Δυοβουνιώτης και ο Πανουργιάς με τους άντρες τους συγκεντρώθηκαν στο στενό της Γραβιάς, που σχηματίζεται από τον Παρνασσό και την Γκιώνα, σαν έμαθαν ότι οι Τούρκοι θα περνούσαν από κει για τα Σάλωνα-Άμφισσα - κι από τη Σκάλα -σημερινή Ιτέα- θα διαπεραιώνονταν με καράβια στον Μοριά. Από κατασκόπους έμαθαν πως ο Ομέρ Βρυώνης θα καθάριζε το πέρασμα για τα Σάλωνα, ενώ ο Κιοσέ Μεχμέτ (Σπανο-Μεμέτης), θα έμενε στη Λοκρίδα για λίγο για να φυλάξει τις πλάτες του Βρυώνη. Έτσι αποφάσισαν να χτυπήσουν την κολόνα του Ομέρ Βρυώνη που θα πήγαινε στα Σάλωνα.
Διάλεξαν το στενό της Γραβιάς γιατί από εκεί περνά ο μοναδικός δρόμος για τα Σάλωνα. Η Γραβιά τότε δεν ήταν χτισμένη. Υπήρχε μονάχα ένα χάνι για να διανυκτερεύουν οι στρατοκόποι και οι αγωγιάτες που πήγαιναν για τα Σάλωνα, ή από τα Σάλωνα για Υπάτη - Πατρατζίκι τότε.


Το χάνι ήταν χτισμένο με πλίθες και είχε γύρω μια μεγάλη μάντρα. Το μεγαλύτερο μέρος ήταν ισόγειο και μόνο από τη μια μεριά είχε δεύτερο όροφο. Είχε δυο αυλόπορτες, η μια έβλεπε κατά τη ρεματιά και η άλλη κατά τη δημοσιά. Υπήρχαν ακόμα δυο ξωκλήσια, του Άι Θανάση κοντά στο Χάνι και πιο πέρα του Άι Δημήτρη και μερικές καλύβες που είχαν οι κάτοικοι της Βάριανης (κοντινό χωριό), για να μένουν τον καιρό που καλλιεργούσαν τα χτήματά τους.
Εκεί τους αντάμωσε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος στις 3 Μαΐου ερχόμενος από τον Βάλτο που είχε πάει να ξεσηκώσει τον Βαρνακιώτη, τον Τσόγκα και τον Ίσκο. Σαν ξεπάστρεψε στη γέφυρα της Τατάρνας τον Χασάν μπέη με εξήντα Αρβανίτες, έφτασε στη Γραβιά.
Ο ερχομός του Ανδρούτσου εμψύχωσε τους συναγμένους στη Γραβιά. Έδωσε όμως και κουράγιο στη γύρω περιοχή. "Σαν από Θεία Πρόνοια" ήταν ο ερχομός του γράφουν οι Σαλωνίτες στους Υδραίους και τους Σπετσιώτες.


Ο Ανδρούτσος, μόλις έφτασε στη Γραβιά, δεν κάθησε ήσυχος αλλά δραστηριοποιήθηκε από την πρώτη μέρα. Έγραψε στο παλιό του παλικάρι και πρωτοπαλίκαρο του Θανάση Διάκου, τον Βασίλη Μπούσγο, που ήταν τώρα αρχηγός του σώματος της Λιβαδειάς. Του έλεγε τα εξής: "Eυθύς ως λάβης το παρόν να μάσης τους συντρόφους όσους κι αν είναι, ένας να μη λειψει και αύριον αυγή κίνα κι έλα εδώ ν' ανταμωθούμε". Συγχρόνως ειδοποίησε παντού γύρω για μπαρουτόβολα. Έγραψε επίσης στους Αρβανίτες που βρίσκονταν στο Ζητούνι -Λαμία- και τους έλεγε ότι έπρεπε να φύγουν για να μη χαλαστούν. Τους έδινε, μάλιστα, προθεσμία τρεις μέρες.
Δεν κατάφερε όμως τίποτε, γιατί ο τουρκικός στρατός ξεκίνησε. Την είδηση την έφερε ο Ηλίας Μανανάς από τη Βάριανη.

Τώρα το μυαλό του δούλευε ασταμάτητα πού και πώς θα μπορούσε να χτυπήσει τη μεγάλη δύναμη του εχθρού.
Ο Δυοβουνιώτης και ο Πανουργιάς πίστευαν πως το καλύτερο μέρος να ταμπουρωθούν ήταν το γεφύρι της Χαϊνίτσας -ποτάμι της Γραβιάς- απ' το οποίο θα περνούσε ο τουρκικός στρατός. Του Ανδρούτσου όμως δεν του άρεσε, γιατί ούτε ταμπούρια είχε δυνατά, ούτε θα μπορούσαν να κρατήσουν τις θέσεις όταν τους έκανε επίθεση το ιππικό.


Στις 7 Μαΐου 1821, ο στρατός του Ομέρ Βρυώνη βρισκόταν στις Θερμοπύλες βαδίζοντας για τη Γραβιά. Αποτελούνταν από εφτά με οχτώ χιλιάδες πεζούς και χίλιους καβαλάρηδες. Οι μισοί καβαλάρηδες ήταν Γκέκηδες με αρχηγό τον Τελεχά Φέζον και οι άλλοι μισοί Τσάμηδες με αρχηγό τον Μουσταφά μπέη Καφεζέζη. Η είδηση έφτασε στους επαναστάτες τα ξημερώματα της Κυριακής.
Οι καπεταναίοι, σαν το 'μαθαν, μαζεύτηκαν σε συμβούλιο για να καθορίσουν πού θα χτυπήσουν τους Τούρκους.
Συνάχτηκαν κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά που βρισκόταν έξω απ' το χάνι. Η πρόταση για το γεφύρι της Χαϊνίτσας απορρίφθηκε από τους υπόλοιπους καπεταναίους. Συζητούσαν τότε να πιάσουν τις γύρω πλαγιές βάζοντας στη μέση τον εχθρό που θα περνούσε από κει.


Ο Ανδρούτσος, καθισμένος κι αυτός με τους άλλους κάτω απ' τη βελανιδιά, παρακολουθούσε αμίλητος, τάχα αδιάφορος, καπνίζοντας το τσιμπούκι του. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο μπροστά. Μέσα στο μυαλό του δούλευε το παράτολμο σχέδιο που είχε συλλάβει. Το πλιθόχτιστο αυτό χάνι που έβλεπε μπροστά του, λογάριαζε να το κάνει φοβερό κάστρο που οι Τούρκοι θα 'σπαζαν τα μούτρα τους. Ενώ οι άλλοι συζητούσαν πού θα πιάσει ο καθένας, τους έκοψε απότομα και κοιτάζοντας προς τους Δυοβουνιώτη και Πανουργιά, τους λέει απότομα: Εδώ θα πολεμήσουμε μα πρέπει ένας από μας να κλειστεί μέσα σε τούτη τη μάντρα. Και τους δείχνει το χάνι.


Τα λόγια του ακολούθησε γενική βουβαμάρα. Όλα τα παλικάρια ρίχνουν απάνω του το βλέμμα τους εξεταστικά. Τι είναι αυτά που τους λέει! Να κλειστούν μέσα σε μια πλιθόχτιστη μάντρα; Μα, με τα χέρια να έπεφταν απάνω της εννιά χιλιάδες Τούρκοι θα την έκαναν σκόνη. Ίσως σε πολλούς να πέρασε προς στιγμήν η ιδέα ότι ο Οδυσσέας τρελάθηκε ή ήθελε ν' αυτοκτονήσει.
Οι γεροαρματολοί δεν αντέκρουσαν την πρόταση, αλλά, για να μη θεωρηθούν κιοτήδες, δικαιολογήθηκαν τάχα ότι τους έλειπαν τα χρειαζούμενα πολεμοφόδια.
Μετά τη σιωπηλή αυτή άρνηση, ο Ανδρούτσος πετάγεται όρθιος και φωνάζει οργισμένος:
- Ορέ, δε βρίσκονται μέσα εδώ εκατό παλικάρια ν' ακριβοπληρώσουμε το αίμα μας;
Δεν απόσωσε τον λόγο του και μέσα απ' τους συναγμένους ακούστηκε μια βροντερή φωνή.
- Εγώ, καπετάνιε.
Ένα σεμνό παλικάρι βρέθηκε πλάι του. Ήταν ο Θανάσης Σεφέρης. Με μιας ύστερα από τη φωνή του Σεφέρη ακούστηκαν σαν ηχώ και οι φωνές άλλων παλικαριών.
- "Και εγώ, κι εγώ, κι εγώ...".
Ο Οδυσσέας, δίνοντας το αριστερό του χέρι στον Σεφέρη και γυρίζοντας στους συναγμένους, τους φωνάζει:
- Ε, παιδιά, όποιος θέλει να 'ρθει μαζί μου να πιαστεί στο χορό. Βγάζει τότε απ' το σελάχι του το μαντίλι, το ανεμίζει με το δεξί του χέρι και σέρνει το χορό τραγουδώντας:
"Κάτου στου βάλτου τα χωριά στα πέντε βιλαέτια..."


Ένας ένας τα παλικάρια με τη θέλησή τους άρχισαν να πιάνονται στο χορό. Ο Γοβγίνας, ο Γκούρας, ο Μαμούρης και πολλοί άλλοι. Οι πέντε έγιναν δέκα, είκοσι, σαράντα, και σε λίγο ξεπέρασαν τους εκατό.
Ο ενθουσιασμός ήταν απερίγραπτος. Οι φωνές και τα σφυρίγματα αντιβούιζαν στο φαράγγι της Γραβιάς. Ο Ανδρούτσος κατάφερε ν' ανάψει φωτιά στα στήθια των πριν από λίγο κιοτεμένων παλικαριών. Χορεύοντας μπροστά, φέρνει μια δυο γύρες τη βελανιδιά και σαν υπολογίζει πως είναι αρκετοί αυτοί που τον ακολουθούν, συνεχίζει χορεύοντας κατά τον μαντρότοιχο του χανιού. Στέκεται πλάι στην αυλόπορτα μέσα στη μάντρα, και μετράει όσους μπαίνουν.

Σε κάποια στιγμή φωνάζει:
- Σταματήστε δε χρειάζονται περισσότεροι. Μέτρησε εκατόν δέκα τέσσερις και τρεις ο χανιτζής με τα δυο παιδιά του εκατόν δέκα εφτά κι αυτός εκατόν δέκα οχτώ. Ο χώρος είναι περιορισμένος. Εκατόν δέκα οχτώ καριοφίλια τού είναι αρκετά. Πολλοί που έμειναν απ' έξω φωνάζουν και διαμαρτύρονται. Την ώρα αυτή με τις φωνές ένας λαγός πετάχτηκε από ένα θάμνο. Ο Ανδρούτσος τους φωνάζει να μην τον πυροβολήσει κανείς. Τρέχει και πιάνει τον λαγό ζωντανό, θα είναι το τυχερό των κλεισμένων. Από παλιά υπήρχε η πρόληψη ότι ο λαγός είναι κακό σημάδι. Ίσως γιατί είναι φοβιτσιάρικο ζώο.

Σαν μπήκαν μέσα στο χάνι, η ώρα ήταν εννιά. Λογάριαζαν πως ο Ομέρ Βρυώνης θα 'φτανε πριν από το μεσημέρι. Ο χρόνος δεν τους έπαιρνε και χωρίς αργοπορία άρχισαν να ετοιμάζονται για την άμυνα. Πρώτη τους δουλειά ήταν να γυρίσουν το νερό απ' τη ρεματιά μέσα στον περίβολο του χανιού για να έχουν να πίνουν. Μετά ο Μαστρογιάννης, που ήταν χτίστης, άρχισε ν' ανοίγει "μασγάλια" -τουφεκίστρες- στον μαντρότοιχο και στο χάνι. Και για να μη φαίνονται από μακριά, τις κάλυψαν με αγριόχορτα. Ασφάλισαν επίσης τις πόρτες με μεγάλες πέτρες.


Σε λίγο φάνηκαν στον κάμπο οι Τούρκοι. Δε θ' αργούσαν να φτάσουν στη Γραβιά. Κι ενώ οι κλεισμένοι στο χάνι ετοιμάζονταν για την άμυνα, οι άλλοι που ήταν απ' έξω πήγαν να πάρουν τις θέσεις τους. Ο Δυοβουνιώτης με τον Πανουργιά πιάσανε τα ριζά του Χλωμού -παρακλάδι της Γκιώνας- την αριστερή ακροποταμιά. Ο Κοσμάς Σουλιώτης με τους Σουλιώτες του, τους Κατσικογιανναίους και τους υπόλοιπους, πιάσανε τη δεξιά ακροποταμιά της Πανάσαρης -παρακλάδι του Παρνασσού- κοντά στο κεφαλόβρυσο του Σου Ντζίκα (από το σλάβικο σου = νερό - Σου-βάλα, Σου-Ντζίκα κ.λπ.).


Τους κλεισμένους όμως τους βασάνιζε η έλλειψη από μπαρουτόβολα. Αυτόν που είχαν στείλει για εφοδιασμό δεν είχε φανεί ακόμα και οι Τούρκοι είχαν φτάσει στο γεφύρι της Χαϊνίτσας. Εκείνη τη στιγμή όμως έφτασε από τα Σάλωνα ο τροφοδότης του στρατοπέδου Αναγνώστης Κεχαγιάς σέρνοντας δυο μουλάρια φορτωμένα με μπαρουτόβολα και τρόφιμα μαζί με τον γαμπρό του Καραχάλιο. Αψηφώντας τον κίνδυνο, γιατί ο εχθρός ζύγωνε, κίνησε για το χάνι. Μόλις πρόφτασε κι έκοψε τις τριχιές απ' τα σαμάρια και πέταξε πάνω απ' τη μάντρα τα σακιά με τα μπαρουτόβολα και τα τρόφιμα στους κλεισμένους. Οι Τούρκοι είχαν αρχίσει να ντουφεκάνε και θα πλήρωνε με τη ζωή του, αν ο Καραπλής ή Πλάτανος -για τη σωματική του διάπλαση- που βρισκόταν εκεί κοντά ταμπουρωμένος δεν άρχιζε στο ντουφέκι τους Τούρκους και του έδωσε καιρό να φύγει. Άφησε όμως το ένα απ' τα δύο μουλάρια σκοτωμένο.


Με τη μικροσυμπλοκή αυτή, ο έμπειρος Ομέρ Βρυώνης κατάλαβε ότι κάτι κρυβόταν στο χάνι. Αποφάσισε τότε να ακολουθήσει την ίδια τακτική της Αλαμάνας. Πρώτα θέλησε να ξεμοναχιάσει το χάνι απ' τους άλλους επαναστάτες. Μοίρασε τον στρατό σε τρεις κολόνες. Έριξε τη μια κατά το Χλωμό και την άλλη κατά τη βρύση του Σου Ντζίκα. Στις δυο αυτές κολόνες έστειλε και όλο το ιππικό του. Την τρίτη, που ήταν Αρβανίτες Γκέκηδες και Τόσκηδες, την κράτησε για το χάνι.
Η επίθεση στο Χλωμό και στου Σου Ντζίκα ήταν τόσο ορμητική που έγινε ό,τι πριν από λίγες μέρες στον Γοργοπόταμο και τη Χαλκωμάτα -στη μάχη της Αλαμάνας-. Ύστερα από μικρή αντίσταση, οι επαναστάτες τραβήχτηκαν στα ψηλώματα. Σκοτώθηκε μονάχα ο Σουλιώτης Μπούχλας.


Ο Ανδρούτσος με τους κλεισμένους στο χάνι καρτερούσαν τη σειρά τους. Φοβερά ψύχραιμος κι ατάραχος, είπε στους συντρόφους του, μη ρίξει κανείς προτού αρχίσω εγώ. Αφήστε τους να ζυγώσουν. Αυτοί τον υπάκουσαν. Eκείνος περίμενε την τρίτη κολόνα για να τους επιτεθεί.
Βλέπουν όμως απ' τις πολεμίστρες να ξεκόβει ένας καβαλάρης και να έρχεται προς το χάνι. Όταν έφτασε, βλέπουν ότι ήταν ένας γέρος ντερβίσης. Ο Χασάν ντερβίσης ήταν γνώριμος του Οδυσσέα από τα Γιάννενα και γι' αυτό ο Ομέρ Βρυώνης τον έστειλε για να προσπαθήσει να διαπραγματευτεί με τον Ανδρούτσο. Γνώριζε ακόμα ότι ο Ανδρούτσος ήταν μπεκτασής και κατά τη γνώμη του θα σεβόταν τον ιερωμένο.

Οι μπεκτασήδες ήταν μωαμεθανοί μοναχοί, οι οποίοι αποτελούσαν ιδιαίτερο τάγμα με δογματικές διαφορές από τους ομοθρήσκους τους. Δεν νήστευαν το Ραμαζάνι, αλλά δώδεκα μέρες που συνέπιπταν με τη νηστεία της εορτής των Αγίων Αποστόλων. Φιλοξενούσαν στις μονές τους -τεκέδες- Τούρκους και Χριστιανούς χωρίς εξαίρεση και είχαν στενή επαφή με τους Γενιτσάρους που προέρχονταν από Χριστιανούς. Οι μπεκτασήδες δεν έκαναν διάκριση θρησκείας και καταγωγής αλλά μόνον τιμίων και κακών ανθρώπων. Είχαν αποκτήσει μεγάλη δύναμη ανάλογη με τους Ιησουίτες. Οι τεκέδες τους αποτελούσαν άσυλα και απολάμβαναν ανεξαρτησίας από το κράτος. Και ο Ανδρούτσος είχε γίνει μυστικά μπεκτασής για να έχει καταφύγιο στους τεκέδες των μπεκτασήδων στις πολεμικές του περιπέτειες. Είχε προβεί σε αυτή την κωμωδία μόνο και μόνο για να βρίσκει άσυλο στις δύσκολες στιγμές.


Σαν σταμάτησε έξω απ' το χάνι, ο Χασάν ντερβίσης σκόρπισε με το χέρι του δεξιά και αριστερά άμμο, ψέλνοντας το "ντονά" -την προσευχή του- να διαλυθούν οι εχθροί του σαν την άμμο. Ο Ανδρούτσος που παρακολουθούσε μέσα απ' την τουφεκίστρα τον χαιρέτισε τουρκικά και αντιχαιρέτισε ο ντερβίσης. Μετά τον ρώτησε πάλι, στα τουρκικά -"Ντερεγιέ γκιντερσίν;" (-πού πας;). Ο ντερβίσης απάντησε- "Σάλωνα για γκιντερίμ" (πάω στα Σάλωνα).

Ο Ανδρούτσος πάλι τον ρώτησε "τι πας να κάνεις ορέ Τούρκο στα Σάλωνα;" Η απάντηση ήταν "να υποτάξω ή να σφάξω τους απίστους". Απαντώντας ο Οδυσσέας με βρισιές καθώς τον σημάδευε με το καριοφίλι του, του έστειλε ένα βόλι που χτύπησε τον ντερβίση στο μέτωπο κι έπεσε ξερός απ' τ' άλογό του.
Βλέποντας νεκρό τον ντερβίση τους, οι Τούρκοι σκυλιάσανε. Αυτό επεδίωκε και ο Ανδρούτσος. Να τους εξοργίσει όσο μπορούσε πιο πολύ. Αμέσως τότε ορμάνε με ιερό φανατισμό κατά το χάνι, να εκδικηθούν το αίμα του ντερβίση τους. Μα τα καριοφίλια των κλεισμένων ξερνούν φωτιά και μολύβι.
Ο Βρυώνης ξαφνιάζεται. Διατάζει δεύτερη επίθεση και προστάζει τους άντρες του να καταλάβουν το χάνι. Μα το χάνι ξερνάει κεραυνούς κι αστροπελέκια που θερίζουν τον εχθρό.


Μετά την αποτυχία και της δεύτερης επίθεσης, ο Πασάς στέλνει καινούργιες δυνάμεις. Οι Τουρκαλβανοί με το αριστερό χέρι στο μέτωπο για να μην βλέπουν αλλού, ορμάνε σαν τυφλοί. Μερικοί κατορθώνουν να φτάσουν στη μάντρα και προσπαθούν να τη ρίξουν με τις πλάτες τους. Άλλοι προσπαθούν με πέτρες να βουλώσουν τις τουφεκίστρες. Ένας Τουρκαλβανός ζυγώνει με μια πέτρα και θέλει να φράξει μια πολεμίστρα. Από μέσα βρίσκεται ο Μουσταφά Γκέκας, σωματοφύλακας και πιστός σύντροφος του Οδυσσέα. Ενώ απ' έξω ο Γκέκας του Βρυώνη σπρώχνει την πέτρα προς τα μέσα, ο Μουσταφάς με την μπούκα του καριοφιλιού τη σπρώχνει προς τα έξω. Στο τέλος ο φιλέλληνας Μουσταφάς κατορθώνει να σπρώξει την πέτρα, αλλά μαζί βγήκε πολύ έξω και η κάννη του καριοφιλιού.

Ένας άλλος Τουρκαλβανός κατορθώνει λοξά ν' αρπάξει την κάνη και την τραβούσε προς τα έξω. Ο Μουσταφά Γκέκας αγωνίζεται να την τραβήξει προς τα μέσα. Ο Οδυσσέας βλέποντας τον αγώνα, πάει στη διπλανή πολεμίστρα, βάζει στο τουφεκίδι τους Αρβανίτες κι ελευθερώνει τον σύντροφό του.
Ο Βρυώνης, με τον χαλασμό που γίνεται στο ασκέρι του, αναστατώνεται, εξοργίζεται φοβερά. Πιο πέρα απ' το χάνι βρισκόταν το ξωκλήσι του Άι Θανάση. Από κει μέσα ο Πασάς, που είχε φρυάξει απ' το κακό του, παρακολουθούσε τα απανωτά γιουρούσια που κάνανε οι δικοί του χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Μετά το μεσημέρι συγκέντρωσε τους μπουλουξήδες (διοικητές μπουλουκιού-μονάδας) κι αφού τους κατσάδιασε που δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε μέχρι τότε, απαίτησε μ' ένα καινούργιο γιουρούσι να δώσουν τέλος. Έταξε δε και πεντακόσια πουγκιά στον μπουλουξή που θα πατούσε πρώτος το χάνι.


Η καινούργια επίθεση αποφασίστηκε να γίνει το απομεσήμερο και θα 'ταν η τελευταία κατά τη γνώμη τους. Θα έμπαινε μπροστά το ιππικό και πίσω θ' ακολουθούσαν οι πεζοί. Για να τονώσει πιο πολύ το ηθικό των επιτιθεμένων, διέταξε τους μπαϊρακτάρηδες -σημαιοφόρους- να πάνε με τα μπαϊράκια τους και να τα στήσουν στο χάνι. Στο γιουρούσι αυτό πήρε μέρος και ο Χαλήλ μπέης, τοπικός άρχοντας της Λαμίας. Ήταν εκείνος που πρωτοστάτησε στη θανάτωση του Διάκου.


Με ξεφωνητά και κατάρες άρχισε η καινούργια επίθεση. Σε λίγο το χάνι είχε κυκλωθεί από παντού. Τα καριοφίλια όμως των κλεισμένων σκορπίζουν τον θάνατο και κόβουν την ορμή, σωριάζοντας καινούργιους νεκρούς και λαβωμένους. Το ιππικό, που πιο πολύ εμπόδιο έφερνε παρά βοήθεια, αποσύρθηκε. Οι Τουρκαλβανοί Γκέκηδες και Τόσκηδες ορμούν σα θηρία ανήμερα. Εκτός από την παλικαριά τους είναι και το υπερβολικό ποσό που έχει τάξει ο Βρυώνης σ' όποιον πατήσει το χάνι.
Χωρίς να λογαριάζουν τον κίνδυνο, ζυγώνουν τη μάντρα και προσπαθούν να τη ρίξουν με τις πλάτες τους. Άλλοι με τσεκούρια προσπαθούν να σπάσουν τις πόρτες αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Δυο τρεις καταφέρνουν να καβαλήσουν τη μάντρα μα οι κλεισμένοι τους γκρεμίζουν σκοτωμένους. Τον ένα αναφέρεται πως τον σκότωσε με τα χέρια του ο Γκούρας. Ένα βόλι ρίχνει νεκρό τον Χαλήλ μπέη. Είναι η θεία Νέμεση για τον θάνατο του Διάκου.


Οι μπαϊρακτάρηδες, για να εμψυχώσουν τους επιδρομείς, προσπαθούν να στήσουν τα μπαϊράκια τους στον μαντρότοιχο. Αλλά τους θερίζουν τα βόλια των κλεισμένων.Ένας μονάχα κατορθώνει να φτάσει μπροστά στο χάνι και πέφτοντας ανάσκελα, για να μη δίνει στόχο, βαστάει με τα χέρια του το κοντάρι της σημαίας. Οι Τουρκαλβανοί που βλέπουν το μπαϊράκι τους ν' ανεμίζει, θαρρούν πως το χάνι πατήθηκε κι ορμούν από παντού. Ο Γκούρας, κοντά στην πολεμίστρα του οποίου βρίσκεται το μπαϊράκι, προσπαθεί με βρισιές να κάνει αυτόν που το κρατάει να σηκωθεί για να τον σκοτώσει. Ο Τουρκαλβανός όμως προστατεύεται από τη γωνιά και το έδαφος. Τέλος ο Γκούρας σημαδεύει το κοντάρι, πυροβολεί και το κόβει στα δύο. Η σημαία έπεσε. Γύρω απ' το χάνι όμως έχουν συγκεντρωθεί μάζες Αλβανών.
Ο Ανδρούτσος είναι η ψυχή της άμυνας καθώς ακούραστος τρέχει παντού όπου υπάρχει ανάγκη εμψυχώνοντας τους άντρες του. Ο Αγγελής Γοβγίνας, ο Γκούρας, ο Μουσταφάς, ο Μαμούρης, ο Παπαντριάς είναι οι περισσότερο ακούραστοι.
Κι αυτή η επίθεση πήγε χαμένη. Τούτο το πλιθόχτιστο χάνι έχει γίνει κάστρο άπαρτο.


Τώρα όμως είχαν και οι Έλληνες τα θύματά τους. Ένας Αρβανίτης κατάφερε ν' ανέβει απαρατήρητος στη μεγάλη βελανιδιά που ήταν δίπλα στο χάνι. Κρυμμένος στην πυκνή φυλλωσιά του δέντρου, βλέπει μέσα στο μικρό δωμάτιο που ήταν σα δεύτερος όροφος πάνω απ' το χάνι ν' αστράφτουν κάθε τόσο δυο καριοφίλια. Ήταν οι δυο Θανάσηδες, ο Σεφέρης, το παλικάρι που πιάστηκε πρώτο στον χορό, και ο Καπλάνης, ξακουστός για την παλικαριά του. Από τα βόλια του Αρβανίτη πέφτουν και οι δυο νεκροί.
Η παράδοση αναφέρει ότι είχαν "μαγαρίσει με γυναίκες". Αυτό βασιζόταν στην πρόληψη πως το κακό βόλι έβρισκε όποιον κλέφτη πήγαινε παραμονή της μάχης με γυναίκα.

Έξι γιουρούσια έχουν τσακιστεί πάνω στο χάνι χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Πάνω από τρακόσιοι οι σκοτωμένοι και οι λαβωμένοι διπλοί και τριπλοί. Τυφλωμένος απ' την οργή του ο Πασάς, βουτάει το απελατίκι του (σιδερένιο ρόπαλο ακιδωτό στην άκρη) κι ορμάει έξω απ' το ξωκλήσι έτοιμος να μπει ο ίδιος σε καινούργια επίθεση μπροστά, για να χτυπήσει αποτελεσματικά. Πέφτουν απάνω του οι μπέηδες και οι μπουλουξήδες και καταφέρνουν με δυσκολία να τον συγκρατήσουν, γιατί γνώριζαν τι τον περίμενε. Στο διάστημα αυτό ο Ανδρούτσος βλέπει από την πολεμίστρα τον Βρυώνη έξω από τον Άι Θανάση και φωνάζει στα παλικάρια του:
-Να ο πασάς ορέ. Είν' αυτός με τα κόκκινα πουντούρια!

Ντουφεκάνε κατά κει μα η απόσταση είναι μεγάλη και τα βόλια πέφτουν γύρω του κρύα, μονάχα ένα χτύπησε απάνω στην πιστόλα του. Οι δικοί του καταφέρνουν και τον βάνουν μέσα στην εκκλησία για να προφυλαχτεί. Του υπόσχονται σ' ένα καινούργιο γιουρούσι να πατήσουν το χάνι.


Η έφοδος ξαναρχίζει. Τούτη τη φορά παίρνουν μέρος και τ' ανίψια του Βρυώνη. Είναι η έβδομη και τελευταία επίθεση. Οι Τουρκαλβανοί ορμάνε με πάθος. Ζώνουν το χάνι απ' όλες τις μεριές. Πρώτοι απ' όλους οι μπέηδες και οι μπουλουξήδες. Ανάμεσα στους άλλους σκοτώθηκε κι ένας μπέης, ανιψιός του Ομέρ Βρυώνη. Κι αυτό το γιουρούσι πήγε χαμένο.
Ο ήλιος βασιλεύει πίσω απ' τα αντικρινά βουνά. Σε λίγο έρχεται το σούρουπο κι αποτέλεσμα κανένα.
Πλησιάζει τότε τον πασά ο Χρήστος Παλάσκας που τον ακολουθούσε από τα Γιάννενα και του λέει:
- Πασά μου, μην χάνεις άλλους ανθρώπους, αλλά στείλε να φέρεις κανόνια από το Ζητούνι κι αύριο τους κάνεις σκόνη τους κλεισμένους.


Ο Βρυώνης υιοθετεί αυτή τη συμβουλή και στέλνει "τάταρτη" -ταχυδρόμο- στο Ζητούνι για να του στείλουν κανόνια.
Σε λίγο ακούγεται μια φωνή απ' τον Άι Θανάση:
- Ορέ Αντρούτσο, καλά σ' έχουμε κλεισμένο. Πού θα μας πάς; Αλίμονό σου, ταχιά μας έρχονται δυο κανόνια απ' το Ζητούνι και θα σε κάνουμε στάχτη.
Και μήπως και δεν τον άκουσαν, επανέλαβε τα λόγια του δυο και τρεις φορές. Ο Οδυσσέας γνώρισε τη φωνή του Παλάσκα γιατί ήταν γνώριμός του απ' τα Γιάννενα και κατάλαβε πως του 'στελνε μήνυμα για τις προθέσεις του πασά.
Ο Ανδρούτσος, βέβαια, ξύπνιος καθώς ήταν, δεν είχε σκοπό να περιμένει άλλο στο χάνι, γιατί και τα μπαρουτόβολα τελείωναν και η παραμονή τους θα ήταν σκέτη αυτοκτονία. Χάρηκε όμως για την προειδοποίηση του Παλάσκα.


Έτσι, σαν άλλαξαν τα καρούλια και καθίσανε να φάνε λίγο ψωμοτύρι και να ξαποστάσουν λίγο από το συνεχή αγώνα, ο Ανδρούτσος τους λέει:
"Παιδιά, δεν πρέπει να μείνουμε άλλο εδώ μέσα. Οι Τούρκοι ταχιά θα φέρουν κανόνια, όπως ακούσατε, και θ' αρχίσουν να χτυπάνε από μακριά το χάνι και δε θα γλιτώσει κανείς. Πρέπει να βγούμε από δω μέσα με το σπαθί στο χέρι μέσα απ' τους Τούρκους, γιατί χαμένοι και χαμένοι είμαστε. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει".
Κανένας δεν έφερε αντίρρηση στα λόγια του.
Παρέκει ανοίγουν δυο λάκκους και θάβουν τους δυο Θανάσηδες Σεφέρη και Καπλάνη.

Η Έξοδος


Τώρα τους λέει να πλαγιάσουν λίγο να ξεκουραστούν μέχρι να 'ρθει η ώρα για να φύγουν.
Τριγύρω οι Τούρκοι κουρασμένοι από τον δρόμο και τα απανωτά γιουρούσια έχουν πέσει σε βαθύ ύπνο. Περιμένουν ξένοιαστοι τα κανόνια που θα φτάσουν απ' το Ζητούνι, για να τσακίσουν τους κλεισμένους στο χάνι.


Το φεγγάρι ολόγιομο σ' έναν ξάστερο ουρανό, φωτίζει το πεδίο της μάχης, τους κοιμισμένους που μοιάζουν σαν πεθαμένοι απ' την κούραση της μέρας και τους ασάλευτους νεκρούς. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, καπνίζοντας συνέχεια το τσιμπούκι του, δούλευε στο μυαλό του σχέδια πώς θα γλιτώσει ετούτους τους ανθρώπους.
Δυο ώρες περίπου πριν ξημερώσει, ξύπνησε τους συντρόφους του και τους ειδοποίησε να συναχτούν για την έξοδο.


Το χάνι είχε, όπως είπαμε, δυο αυλόπορτες. Η μια κατά τη "δημοσιά" -τον δρόμο που πήγαινε για τα Σάλωνα- και η άλλη κατά τον κάμπο. Ο Κομνάς Τράκας, που ήταν από κείνα τα μέρη -απ' την Αγόριανη- και γνώριζε τα κατατόπια, τους είπε να φύγουν από την πόρτα του κάμπου. Από κει θα περνάγανε μέσα απ' τα αθέριστα χωράφια που τα στάχυα τους ήταν ψηλά και θα τους προστατεύανε από το φως του φεγγαριού. Όλοι συμφώνησαν με τη γνώμη του. Άρχισαν τότε σιγά σιγά χωρίς θόρυβο να βγάζουν τις πέτρες που ήταν πίσω απ' την αυλόπορτα και να τις τοποθετούν σε μια γωνιά. Σε λίγο η πόρτα ελευθερώθηκε. Έπρεπε όμως να σιγουρευτούν ότι οι Τούρκοι κοιμούνταν και δεν ξαγρυπνούσαν.


Ο Οδυσσέας πήρε μια κάπα, της έβαλε μέσα μερικές πέτρες για να βαρύνει και την πέταξε πάνω απ' τον μαντρότοιχο για να φανεί πως κάποιος πηδούσε για να φύγει. Η κάπα έπεσε και δεν ακούστηκε τίποτε, ούτε ντουφεκιά ούτε φωνή. Για να σιγουρευτεί, έριξε δεύτερη και τρίτη κάπα. Τίποτα, η ίδια ησυχία. Οι Τούρκοι είχαν πέσει σε βαθύ ύπνο. Στην εμπροσθοφυλακή θα πήγαινε ο Παπαντρέας με τον Μαμούρη με σαράντα άντρες. Το κέντρο θα κρατούσε ο Γκούρας με άλλους τόσους και την οπισθοφυλακή θα κρατούσε ο ίδιος ο αρχηγός με τους υπόλοιπους.
Ο Ανδρούτσος περίμενε ακόμα κάτι. Μερικά σύννεφα είχαν φανεί πάνω απ' την Γκιώνα, καρτερούσε να κρυφτεί λίγο το φεγγάρι στα σύννεφα για να μην τους προδώσει αμέσως. Πράγματι σε λίγο τα σύννεφα τύλιξαν το φεγγάρι.
- Να η Παναγιά με την Τσέργα της -μάλλινο σκέπασμα, βελέντζα- ακούστηκε κάποιος να λέει.


Η στιγμή ήταν κατάλληλη. Ο αρχηγός δίνει το σύνθημα της εξόδου. Οι κλεισμένοι βγαίνουν απ' την αυλόπορτα με τα γιαταγάνια στα χέρια πατώντας πάνω απ' τα κουφάρια των Τούρκων και απομακρύνονται απ' το χάνι.
Μπροστά για οδηγός μπαίνει ο γιγαντόσωμος Αντρέας Καραπλής ή Πλάτανος. Σε μικρή απόσταση πέφτουν πάνω στους Τουρκαλβανούς. Οι Τούρκοι ξαφνιάζονται. Ώσπου να συνέλθουν από τον βαθύ ύπνο, οι επαναστάτες, σφάζοντας όσους βρέθηκαν μπροστά τους, χάνονται σα φαντάσματα μέσα στα ψηλά στάχυα.


Είναι τόσο μεγάλη η αναταραχή στο εχθρικό στρατόπεδο, που ντουφεκάνε στα τυφλά χωρίς να ξέρουν ποιοι είναι δικοί τους και ποιοι Έλληνες.
Ο Οδυσσέας, τρέχει φωνάζοντας αρβανίτικα σα να κυνηγάει αυτούς που φεύγουν "από δω ορέεε!" προς την άλλη κατεύθυνση αριστερά, προς τη βρύση του Σου Ντζίκα. Έτσι οι Τουρκαλβανοί παρασύρονται προς τα εκεί, ενώ οι Έλληνες φεύγουν δεξιά κατά το Χλωμό. Ανεβαίνοντας στο βουνό, σε λίγο συναντάνε τον Παπακώστα Τζαμάλα και τον Απόστολο Γουβέλη με μερικούς άλλους που είχαν τρέξει να τους συνδράμουν σ' ένα οχυρό πέρασμα. Μετριούνται και βλέπουν ότι εκτός από τους δυο σκοτωμένους Θανάσηδες έχουν και δυο τραυματίες, τον Κώστα Καπογιώργη και τον Κομνά Τράκα.


Το γλυκοχάραμα φτάσανε στον Άι-Λια κι αντάμωσαν τα σώματα του Δυοβουνιώτη και του Πανουργιά. Οι γεροαρματολοί έτριβαν τα μάτια τους. Δεν περίμεναν να τους ξαναδούν.
Βούιξε ο τόπος από το κατόρθωμα αυτό. Αναπτερώθηκε το ηθικό των καταπτοημένων στη Ρούμελη, ύστερα απ' την Αλαμάνα. Ο Ανδρούτσος έγινε η κυρίαρχη μορφή του Αγώνα στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα.
Ο Ομέρ Βρυώνης μπήκε το πρωί ο ίδιος στο χάνι και κατσάδιασε τους στρατιώτες του που δεν μπόρεσαν να πιάσουν λίγους "ζορμάδες" - κλέφτες. Στη συνέχεια διέταξε να θάψουν τους σκοτωμένους. Παρέμεινε δε οχτώ μέρες στη Γραβιά χωρίς να τολμήσει να προχωρήσει για τα Σάλωνα και στράφηκε προς τη Βοιωτία.

ΠΗΓΗ...http://filoitisarxaiasspartis.blogspot.com